Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

"THE SORROW OF LOVE" by: W.B. Yeats

      HE quarrel of the sparrows in the eaves,
      The full round moon and the star-laden sky,
      And the loud song of the ever-singing leaves,
      Had hid away earth's old and weary cry.
       
      And then you came with those red mournful lips,
      And with you came the whole of the world's tears,
      And all the sorrows of her labouring ships,
      And all the burden of her myriad years.
       
      And now the sparrows warring in the eaves,
      The curd-pale moon, the white stars in the sky,
      And the loud chaunting of the unquiet leaves
      Are shaken with earth's old and weary cry.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

"I love this white and slender body" by Heinrich Heine

I Love this white and slender body,
These limbs that answer Love's caresses,
Passionate eyes, and forehead covered
With heavy waves of thick, black tresses.
 
You are the very one I've searched for
In many lands, in every weather.
You are my sort; you understand me;
As equals we can talk together.
 
In me you've found the man you care for.
And, for a while, you'll richly pay me
With kindness, kisses and endearments--
And then, as usual, you'll betray me.

"It is a day of sorrow:" by Gunnar Björling

    It is a day of sorrow:
    I cannot sprinkle sulphur
    I cannot kill,
    and do not know the flowers' soil.
    I go sick with happiness
    and in a fire of fever-pain.
    I have no lucid thought
    and my sleep burns me in long nights'
    troubled dreams.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

"ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΠΑΛΑΤΙ" Ε.Α.ΠΟΕ


Στην πιο θαλερή απ’ όλες τις κοιλάδες μας
όπου άγγελοι καλοί κατοικούν,
κάποτ’ ένα ωραίο και μεγαλόπρεπο παλάτι –
λαμπερό παλάτι– ύψωνε την κορφή του.
Στης αρχόντισσας Σκέψης την επικράτεια –
εκεί στεκόταν!
Ποτέ Σεραφείμ δεν ξεδίπλωσε φτερό
πάνω απ’ οικοδόμημα με την μισή ομορφιά αυτού εδώ!

Λάβαρα ένδοξα, κίτρινα, χρυσαφένια,
στη στέγη του έστεκαν και κυμάτιζαν,
(αυτά –όλ’ αυτά– γίνονταν τον παλιό καιρό,
σ’ έναν χρόνο περασμένο,)
και κάθε απαλό αεράκι που ταξίδευε αργά
κατά την γλυκιά ημέρα,
γύρω απ’ τις επάλξεις τις σημαιοστολισμένες κι ωχρές,
σα φτερωτό άρωμα περνούσε.

Περάτες της χαρούμενης κοιλάδας έβλεπαν,
μέσα από δυο φωτεινά παράθυρα,
πνεύματα να χορεύουν
στον αψεγάδιαστο ρυθμό ενός λαούτου,
γύρω απ’ έναν θρόνο όπου, καθισμένος,
(Πορφυρογέννητος!)
σε μια κατάσταση αρμόζουσα της δόξας του,
του βασιλείου ο άρχοντας βλεπόταν.

Κι ολόκληρη στολισμένη με μαργαριτάρια και ρουμπίνια γυαλιστερά
ήταν η ωραία πύλη του παλατιού,
μέσα απ’ την οποία έρεε
κι ακτινοβολούσε αενάως
ένας θίασος από αντίλαλους, που είχε ως γλυκό καθήκον
μόνο να εξυμνεί,
με φωνές ανυπέρβλητου κάλλους,
το πνεύμα και τη σοφία του βασιλιά του.

Αλλά δαιμονικά στοιχεία, ντυμένα με πένθιμους χιτώνες,
επιτέθηκαν στου μονάρχη το βασίλειο.
(Ω, ας θρηνήσουμε! –γιατί
επαύριον δε θ’ ανατείλει γι’ αυτόν τον έρημο!).
Και γύρω απ’ την κατοικία του, η δόξα
που κάποτε πορφύριζε κι άνθιζε
δεν είναι παρά μια ξεθωριασμένη ιστορία,
απ’ τον παλιό καιρό ενταφιασμένη.

Κ’ οι ταξιδιώτες που διαβαίνουν την κοιλάδα τώρα,
μέσα απ’ τα πορφυρόχρωμα παράθυρα βλέπουν,
μορφές τεράστιες που σαλεύουν νοερά
σε μια παράφωνη μελωδία,
ενώ, σαν ένας φρικτός βιαστικός ποταμός,
διαμέσου της κάτωχρης θύρας,
ξεχύνεται ακατάσχετα ένα ειδεχθές πλήθος
που σαρκάζει, αλλά ποτέ πια δε χαμογελά.

"Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ" Ὀδυσσέας Ἐλύτης

Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!