Ούτε το φόβο, ούτε την ελπίδα περιμένει
ένα ζώο καθώς πεθαίνει.
Ο άνθρωπος το τέλος πλησιάζει
πάντα φοβάται και πάντα ελπίζει
Πολλές φορές έχει πεθάνει
φορές πολλές ξανά έχει ανθίσει.
Μα του μεγάλου ανθρώπου η περηφάνεια
τον χλευασμό της μεγάλο ορθώνει
Όταν σε αγνώστους μπροστά γεμάτους φόνο
η τελευταία ανάσα του παγώνει.
Τον θάνατο γνωρίζει μέχρι τα κόκαλά του,
ο άνθρωπος δημιουργός είναι του θανάτου.
Δεν ειμαστε δυο αγνωστες ψυχες,δυο ξενα σωματα.
Ειμαστε δυο αποκομμενα κομματια ενος συμπαντος που μια μερα θα γινει
και παλι ενα.
Και θα ενωθουν τα κορμια μας σε μια τελεια,μοναδικη ενωση
κι οσο θα διεισδυουμε πιο βαθεια ο ενας στον αλλον
Τοσο θα θα βλεπουμε ποσο πολυ ταιριαζουν
ολα αυτα που περιμεναν μεσα μας κι ολα αυτα τα ημιτελη που στελναμε στους αγνωστους προορισμους του πεπρωμενου,
για να γυρισουν και παλι πισω σε μας ολοκληρωμενα....
Κατω απ' την σκια των επαλξεων
της απορθητης Τροιας σου
Στων μαυρισμενων μου καραβιων
τις σιωπιλες πρυμνες
Καθε νυχτα χαραζω τ' ονομα σου
Και προσευχομαι στους ζηλοφθονους Θεους
η' να τα γκρεμισω αυτα τα τειχη η' να πεθανω μπροστα τους...
Πάρε με, ω νύχτα αιώνια, στην αγκαλιά σου
Και γιο σου ονόμασέ με.
Είμαι ένας βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο μου, από όνειρα και κούραση φτιαγμένο.
Το σπαθί μου, βαρύ για τα κουρασμένα μπράτσα μου,
Σ’ αρρενωπά κι ήρεμα χέρια παρέδωσα.
Σκήπτρο και στέμμα –τα ’φησα
Στον προθάλαμο, στο δάπεδο κομμάτια.
Την πανοπλία μου, τόσο ανώφελη,
Τα σπιρούνια μου, με το μάταιο κουδούνισμά τους
Τ’ άφησα πάνω στα κρύα σκαλοπάτια.
Αποδύθηκα την πραγματικότητα, ψυχή τε και σώματι,
Κι επέστρεψα στην κρύα και ήρεμη νύχτα
Σαν το τοπίο όταν αργοπεθαίνει η μέρα.
Με βεβαιότητα λένε ότι η ζωή είναι σύντομη.
Λάθος - Η ζωή είναι μεγάλη:
Γιατί σ' αυτή χωράει ο αιώνιος έρωτας
Κι ακόμα ζωή περισσεύει.