Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

"Ερωτικες επιστολες" Γκουστάβ Φλωμπέρ

Είμαι δεμένος στο σώμα σου σαν άγριο σκυλί σε πάσσαλο και αλυχτάω, όχι γιατί θέλω να λευτερωθώ και να το σκάσω, αλλά επειδή δεν σε φέρνουνε σε μένα μια ώρα αρχύτερα να κόψω με τα δόντια μου τις σάρκες σου, αυτές που ντύνεσαι για να είσαι «όπως πρέπει» μπρος στους τρίτους. Το πάθος μου για σένα συγκρίνεται μονάχα με ένα μάτσο απρέπειες μη εξημερωμένου ζώου. Θέλω να σε απολαύσω αργά. Θα μένω λοιπόν κάμποσο νηστικός. Θα αφήνω την πείνα μου να ξαναμεγαλώνει σαν κλαδεμένο κλαρί, για να σε ευχαριστηθώ πάλι από την αρχή. Δεν θα σε λυπάμαι που θα κείτεσαι κι εσύ αιχμαλωτισμένη. Θα σε ποδοπατάω. Κανείς δεν λυπάται κάτι το θεϊκό. Κανείς δεν δείχνει ευσπλαχνία για το αναίτια υπέροχο. Θα τα υποστείς όλα μέχρι να γιατρευτεί η λύσσα του έρωτά μου.
Θα σε σκεπάσω με έρωτα την επόμενη φορά που θα ιδωθούμε. Τα χάδια θα έχουν έκταση. Θα σε μπουκώσω με όλες τις χαρές της σάρκας μέχρι να λιγοθυμήσεις, να πέσεις να πεθάνεις. Θέλω μαζί μου να τα χάσεις ολότελα και να ομολογήσεις κρυφά στον εαυτό σου ότι ποτέ δεν είχες τολμήσει να ονειρευτείς τέτοιο παραλήρημα…
Όταν γεράσεις, θέλω να νοσταλγείς αυτές τις λίγες ώρες, θέλω να ανατριχιάζεις ολόκληρη από την παλιά χαρά όταν στον νου σου θα τη φέρνεις.
Δεν θα με κουράσουν ποτέ οι συναντήσεις μας. Μπορεί ο άνθρωπος να χορτάσει το νερό; Μπορεί το χορτάρι να βαρεθεί τον ήλιο; Μπορεί η κορφή ου ψηλού βουνού να θελήσει να τινάξει από πάνω της το παγωμένο χιόνι; Εσύ αγάπη μου, είσαι απ’ τις ανάγκες η πιο ζωτική. Δεν έχεις τίποτα απ’ τις άλλες – όλες μαζί – να ζηλέψεις.
Θα πέσω οριζόντια με τα χέρια παραδομένα, ανήμπορα, θα ανοίξω το στόμα διάπλατα, θα κρατήσω τα βλέφαρα ορθάνοιχτα, θα εκθέσω την καρδιά μου άφοβα, να μου δοθείς με όποιο τρόπο σταθεί δυνατό. Σαν ήλιος, σα φως, σαν αέρας, σα νερό, σα ζωή, σα θάνατος, σαν αγάπη. Είμαι αχόρταγος άνθρωπος και θα σε πείσω γι’ αυτό. Είμαι πειναλέος άνθρωπος και πείσε με γι’ αυτό. Λουίζ, σε χρειάζομαι. Επισκέψου με «πανταχόθεν…».

"Oφις και Κρίνο" Ν.Καζαντζάκης

Ω να στριμωχθείς στην άκρη του κρεββατιού
και να ξαπλώσεις απάνω στα σεντόνια
και να κλείσω τα παράθυρα
και να λύσω τις κουρτίνες
και να γέρνω απάνω Σου όλη νύχτα
και να Σου πίνω την ψυχή..

"Flavius’s Girl: to Flavius" by Gaius Valerius Catullus

Flavius, unless your delights
were tasteless and inelegant,
you’d want to tell, and couldn’t be silent.
Surely you’re in love with some feverish
little ****: you’re ashamed to confess it.
Now, pointlessly silent, you don’t seem to be
idle of nights, it’s proclaimed by your bed
garlanded, fragrant with Syrian perfume,
squashed cushions and pillows, here and there,
and the trembling frame shaken,
quivering and wandering about.
But being silent does nothing for you.
Why? Spread thighs blab it’s not so,
if not quite what foolishness you commit.
How and whatever you’ve got, good or bad,
tell us. I want to name you and your loves
to the heavens in charming verse

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

"Ενα σκοτεινο συμπαν εισαι..." Γιαννης Μαυροματιδης

Εισαι ενα σκοτεινο,ανεξερευνητο συμπαν
αναγλυφων,φωσφωριζοντων γαλαξιων
Κι αυτη η φλεγομενη,λευκη γραμμη που
διασχιζει το απειρο σου
Ειμαι εγω
που σαν κομητης
Διαπερνω τις μαυρες τρυπες σου
και τα συμπλεγματα των νεφελωματων σου
Χωρις τροχια,χωρις πυξιδα
με μονο οδηγο το μακρινο φως
Μιας λαμψης που σιγοκαιει
στο κεντρο των παντων σου...

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

"The Wolves" Aleksey Konstantinovich Tolstoy

When the church-village slumbers
  And the last songs are sung,
When the grey mist arising,
  Is o'er the marshes hung,
'Tis then the woods forsaking,
Their way cross country taking,
Nine howling wolves come hungering for food.

Behind the first,--the grey one,--
  Trot seven more of black,
Close on their hoary leader;
  As rearguard of the pack
The red wolf limps, all bloody,
His paws with gore still ruddy
As after his companions grim he pants.

When through the village lurking
  Nought gives them check or fright,
No watch dog dares to bellow,
  The peasant ghastly white,
His breath can scarce be taking,
His limbs withhold from shaking--
While prayers of terror freeze upon his lips!

About the church they circle
  And softly slink away
To prowl about the priest's farm,
  Then of a sudden they
Are round the drink shop turning,
Fain some bad word be learning--
From peasants drinking noisily within.

With fully thirteen bullets
  Thy weapon must be armed,
And with a wad of goat's hair;
  Then thou wilt fight unharmed.
Fire calmly,--and before all
Will the leader, the grey, fall,
The rest will surely follow one by one.

When the cock wakes the village
  From out its morning dream,
Thou wilt behold the corpses--
  Nine she-wolves by the stream!
On the right lies the grey one,
To left in frost the lame one--
All bloody,--God pardon us sinners!